Εξελίξεις και Κατευθυντήριες Οδηγίες για το Σακχαρώδη Διαβήτη Ι, ΙΙ, κύησης και την Παχυσαρκία
Άρα
Σάββατο 31 Μαρτίου 2012
ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ-ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ: ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ:ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ
ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ-ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ: ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ:ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ: Σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικάνικης Διαβητολογικής Εταιρείας ο Σακχαρώδης Διαβήτης έχει λάβει διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας. Το 20...
ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ:ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ
Σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικάνικης Διαβητολογικής Εταιρείας
ο Σακχαρώδης Διαβήτης έχει λάβει
διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας. Το 2000 ο αριθμός των διαβητικών ασθενών
παγκόσμια ανήλθε σε 173 εκατομμύρια, ενώ το 2030 αναμένεται να εκτοξευθεί στα
366 εκατομμύρια.
Ο Σακχαρώδης Διαβήτης είναι ένα σύνδρομο που χαρακτηρίζεται
από διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των λιπών και των πρωτεϊνών, η
οποία οφείλεται σε έλλειψη ινσουλίνης. Αυτή η έλλειψη μπορεί να είναι πλήρης,
μερική ή σχετική. Επομένως, στο Σακχαρώδη Διαβήτη παρατηρείται αύξηση των
επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα.
Ο Σακχαρώδης Διαβήτης διακρίνεται σε τέσσερις κατηγορίες. Ο Σακχαρώδης
Διαβήτης τύπου Ι χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη ινσουλίνης και απαντάται
μόλις στο 10% περίπου των διαβητικών ασθενών. Πρόκειται συνήθως για νεαρά άτομα
στα οποία συχνά υπάρχει κληρονομική προδιάθεση και η εξωγενής χορήγηση
ινσουλίνης είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του ατόμου στη ζωή.
Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου ΙΙ μπορεί να χαρακτηρίζεται από
αντίσταση στην ινσουλίνη με μικρή έλλειψη ινσουλίνης έως και σημαντική μείωση
της έκκρισης ινσουλίνης. Περίπου το 90% των διαβητικών ασθενών πάσχουν από Σακχαρώδη
Διαβήτη τύπου ΙΙ. Είναι κυρίως άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (άνω των 40 ετών), τα
οποία είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) έως το 2025 ο αριθμός των ασθενών με
Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου ΙΙ θα έχει ανέλθει παγκοσμίως στα 380 εκατομμύρια.
Ο Σακχαρώδης Διαβήτης κύησης εμφανίζεται συνήθως την 24η
εβδομάδα της κύησης, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή
της κύησης, ακόμα και από την αρχή, και η συχνότητά του στην Ελλάδα είναι
περίπου 7%.
Άλλοι ειδικοί τύποι Σακχαρώδη Διαβήτη είναι δυνατόν να
οφείλονται σε γενετικές διαταραχές, φάρμακα, τοξίνες ή άλλες χημικές ουσίες.
Η κλινική εικόνα του Σακχαρώδη Διαβήτη ποικίλλει και
περιλαμβάνει πολυουρία, πολυδιψία, πολυφαγία, ακούσια απώλεια βάρους παρά την
αυξημένη όρεξη, καταβολή δυνάμεων και ευερεθιστότητα. Επίσης, ιδιαίτερα στους
ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου ΙΙ είναι δυνατό να εμφανίζονται συχνές
λοιμώξεις, υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, αργή επούλωση τραυμάτων καθώς και
διαταραχές της όρασης.
Η διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη βασίζεται σε μια σειρά
κριτηρίων για τα οποία απαιτούνται απλές, ανώδυνες και οικονομικές
εργαστηριακές εξετάσεις. Με ένα δείγμα αίματος είναι δυνατό, στις περισσότερες
περιπτώσεις, να τεθεί η διάγνωση. Συγκεκριμένα, αν σε έναν ασθενή βρεθεί τιμή
γλυκόζης νηστείας ίση ή μεγαλύτερη από 126mg/dl σε δύο
επαναλαμβανόμενες μετρήσεις σε διαφορετικές ημέρες, τότε ο ασθενής αυτός
χαρακτηρίζεται διαβητικός. Ως γλυκόζη νηστείας χαρακτηρίζεται η πρωινή τιμή του
σακχάρου, αφού ο ασθενής έχει παραμείνει νηστικός το λιγότερο για 8 ώρες πριν
από την αιμοληψία.
Άλλο κριτήριο για τη διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη αποτελεί η
εύρεση τυχαίας τιμής γλυκόζης πλάσματος μεγαλύτερης ή ίσης με 200 mg/dl σε
ασθενή ο οποίος εμφανίζει συμπτώματα υπεργλυκαιμίας. Τα σημαντικότερα
συμπτώματα υπεργλυκαιμίας είναι η πολυουρία, η πολυδιψία και η ανεξήγητη
απώλεια βάρους παρά τη λήψη τροφής. Ο ασθενής θα πρέπει να αναφέρει άμεσα στο
γιατρό του αυτά τα συμπτώματα, προκειμένου να υποβληθεί σε έλεγχο σακχάρου.
Τέλος, η θετική δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη (καμπύλη μέτρησης
σακχάρου) θέτει τη διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη. Η δοκιμασία θεωρείται θετική
όταν 2 ώρες μετά τη λήψη από του στόματος 75gr άνυδρης γλυκόζης, η τιμή
του σακχάρου στο αίμα είναι μεγαλύτερη ή ίση με 200mg/dl. H δοκιμασία ανοχής στη
γλυκόζη πρέπει να εκτελείται το πρωί και ο ασθενής να έχει μείνει νηστικός για
12 ώρες. Στο διάστημα αυτό των 12 ωρών, ο ασθενής μπορεί να πίνει όσο νερό
επιθυμεί. Τις τρεις προηγούμενες ημέρες ο ασθενής χρειάζεται να έχει ελεύθερη
διατροφή με λήψη τουλάχιστον 150 γραμμάρια υδατανθράκων (π.χ. πατάτα, ρύζι,
ζυμαρικά, ψωμί) κάθε μέρα. Κατά τη δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη, ο ασθενής
πρέπει να λάβει 75gr
άνυδρης
γλυκόζης διαλυμένα σε 250-300ml
νερό
σε χρόνο 3-5 λεπτά. Γίνεται αιμοληψία πριν από τη χορήγηση της γλυκόζης καθώς και
2 ώρες μετά. Όσο διαρκεί η δοκιμασία, ο ασθενής χρειάζεται να μην περπατά και
να μην καπνίζει. Επίσης, εάν υπάρχει ενεργός λοίμωξη ή οποιαδήποτε άλλη οξεία
κατάσταση δεν πρέπει να υποβληθεί στη συγκεκριμένη εξέταση, γιατί το αποτέλεσμα
δεν θα είναι αξιόπιστο.
Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Οδηγίες του 2011 της Ελληνικής
Διαβητολογικής Εταιρείας, η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (ΗbA1c) δεν
συστήνεται για τη διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη. Παρόλα αυτά, τιμή ΗbA1c >
6.5% θεωρείται διαγνωστική για Σακχαρώδη Διαβήτη και ο ασθενής χρειάζεται να
υποβληθεί σε περαιτέρω έλεγχο με μέτρηση γλυκόζης νηστείας και καμπύλη
γλυκόζης. Τιμές ΗbA1c μεταξύ 5.7% και 6.4% σημαίνουν αυξημένο
κίνδυνο εμφάνισης Σακχαρώδη Διαβήτη μέσα στη δεκαετία.
Ποιοι είναι, όμως, οι ασθενείς που χρειάζεται οπωσδήποτε να
υποβληθούν στις παραπάνω εξετάσεις για τη διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη;
Σύμφωνα με τις οδηγίες της Διεθνούς Ομοσπονδίας Διαβήτη (International Diabetes Federation-IDF), σε προσυμπτωματικό έλεγχο χρειάζεται να
υποβληθούν άτομα που έχουν κάποια ή κάποιες από τις ενδείξεις που αναφέρονται
στη συνέχεια και επομένως έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν Σακχαρώδη
Διαβήτη τύπου ΙΙ.
Συνεπώς, «υποψήφιοι» για Σακχαρώδη Διαβήτη είναι άτομα ηλικίας
45 ετών και άνω, παχύσαρκοι με υψηλό δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ≥30 kg/m2)
, άτομα με οικογενειακό ιστορικό διαβήτη σε συγγενείς πρώτου βαθμού
(γονείς, παιδιά ή αδέρφια), άνδρες με περίμετρο μέσης ≥102 cm και γυναίκες με περίμετρο
μέσης ≥88 cm,
άτομα με ιστορικό υπέρτασης ή καρδιαγγειακής νόσου, γυναίκες με ιστορικό
διαβήτη κύησης ή/και γέννηση παιδιών με σωματικό βάρος >4 kg. Επιπλέον, οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
καθώς και οι ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή που αυξάνει την τιμή
γλυκόζης πλάσματος έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα για εμφάνιση Σακχαρώδη Διαβήτη.
Πώς οι «υποψήφιοι» για Σακχαρώδη Διαβήτη μπορούν να προλάβουν
την εμφάνιση της νόσου;
Η στοχευμένη πρόληψη μέσω υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης στον
πληθυσμό υψηλού κινδύνου για εμφάνιση Σακχαρώδη Διαβήτη συστήνεται τόσο από την
Αμερικάνικη (ADA) και
Ευρωπαϊκή (EASD)
Διαβητολογική Εταιρεία, όσο και από την Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία. Συγκεκριμένα,
συστήνεται δίαιτα και άσκηση με στόχο
·
Η σωματική δραστηριότητα να ξεπερνά, αν είναι
δυνατό, τα 150 λεπτά αερόβιας άσκησης μέτριας έντασης (π.χ. τρέξιμο, περπάτημα,
κολύμπι κλπ) την εβδομάδα διαιρεμένα σε πέντε διαφορετικές ημέρες. Δηλαδή, το
άτομο χρειάζεται να αθλείται το λιγότερο μισή ώρα την ημέρα για πέντε ημέρες
την εβδομάδα.
·
Το σωματικό βάρος να μειωθεί κατά 5%, εφόσον το
άτομο είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο.
·
Η διακοπή του καπνίσματος.
·
Η μειωμένη πρόσληψη λίπους με τη διατροφή
(λιγότερο από 30% ημερησίως) με στόχο την αποφυγή των κορεσμένων και trans λιπαρών (λιγότερο από 10%
ημερησίως). Επομένως, αποφυγή λιπαρών τροφών, τηγανητών και έτοιμων φαγητών.
·
Η αυξημένη πρόσληψη φρούτων και λαχανικών (25-35
γραμμάρια φυτικών ινών κάθε μέρα)
·
Η εκπαίδευση των ατόμων, ώστε να υιοθετήσουν τις
προαναφερθείσες συστάσεις στην καθημερινότητά τους.
Είναι γνωστό ότι κανένα φάρμακο δεν μπορεί να αντικαταστήσει
τη δίαιτα και την άσκηση τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπευτική αντιμετώπιση
του Σακχαρώδη Διαβήτη. Ιδιαίτερα στον πληθυσμό υψηλού κινδύνου, η υιοθέτηση των
υγιεινοδιαιτητικών οδηγιών μπορεί να αποτρέψει την εμφάνιση της νόσου.
Σάββατο 3 Μαρτίου 2012
Τα υποκατάστατα γεύματος που περιέχουν ω-3 λιπαρά οξέα, φυτικές ίνες και αλεύρι Konjac στην πρόληψη και θεραπεία των ασθενών με διαβήτη τύπου ΙΙ
Ο
σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ είναι νόσος, η οποία χαρακτηρίζεται από διαταραχή
του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των λιπών και των πρωτεϊνών και εκφράζεται
με αύξηση της συγκέντρωσης της γλυκόζης στο αίμα.
Η
αύξηση αυτή οφείλεται αφενός στην αυξημένη αντίσταση στην δράση της ινσουλίνης και αφετέρου στη διαταραχή της έκκρισης ινσουλίνης.
Ο
διαβήτης τύπου ΙΙ αφορά περίπου το 90%
των διαβητικών, εμφανίζεται κυρίως σε παχύσαρκα άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των
40 ετών.
Ο Ρόλος των υποκατάστατων γεύματος
Τα
υποκατάστατα χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Στοχεύουν,
στη ρύθμιση της ισορροπίας του οργανισμού, μέσω της μείωσης της αντίστασης της
ινσουλίνης, που είναι η κύρια αιτία για την εμφάνιση της παχυσαρκίας.
Η
μέθοδος στηρίζεται στην αντικατάσταση δύο γευμάτων με υποκατάστατα, που
είναι υποθερμιδικά (220kcal) αλλά
υπερθρεπτικά και ενός καθορισμένου γεύματος.
Έτσι επιτυγχάνεται απώλεια σωματικού βάρους
και πάνω από 5% μείωση του σωματικού λίπους.
Οι
έρευνες έχουν δείξει ότι μείωση αυτής της τάξεως, μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης
ασθενειών- επιπλοκών οφειλόμενες στην παχυσαρκία.
Τα
υποκατάστατα γεύματος, που περιέχουν ω-3 λιπαρά οξέα ασκούν διπλή προστατευτική
δράση.
Αφενός
μεν, μέσω της απώλειας του σωματικού βάρους και της μείωσης του
σωματικού λίπους και αφετέρου δε, μειώνοντας τους παράγοντες κινδύνου της
στεφανιαίας νόσου στο γενικό πληθυσμό, μέσω πολλαπλών ευεργετικών επιδράσεων
όπως: λιπίδια του ορού, αρτηριακή πίεση και προστασία του καρδιαγγειακού συστήματος.
Επομένως είναι κατάλληλα για την ενίσχυση της
θεραπείας των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, καθώς και για πρωτογενή πρόληψη, μιας και ο διαβήτης καθιστά αυτή την ομάδα ασθενών,
υψηλού κινδύνου για μικροαγγειακές και μακροαγγειακές επιπλοκές, όπως έμφραγμα μυοκαρδίου, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, διαβητική
νεφροπάθεια κ.λ.π
Επιδημιολογικές Μελέτες
Η
επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες
δεκαετίες, με αποτέλεσμα να είναι ένα από τα συχνότερα νοσήματα στις αναπτυγμένες
κοινωνίες.
Ο
σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ τείνει να
λάβει επιδημικές διαστάσεις όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Διεθνούς
Ομοσπονδίας Διαβήτη (IDF).Η συνεχώς
αυξανόμενη επίπτωση του διαβήτη και σε νεώτερες πλέον ηλικίες, ως το αποτέλεσμα της αύξησης της επίπτωσης της
παχυσαρκίας στους νέους, και κυρίως στα παιδιά, οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα,
εμφάνισης επιπλοκών του διαβήτη σε πολύ νεώτερες ηλικίες.
Επιδημιολογικές
παρατηρήσεις αναδεικνύουν τη σημασία των διατροφικών συνηθειών στην επίπτωση
του διαβήτη.
Χαμηλός
επιπολασμός εμφανίζεται στην Γροιλανδία, την Αλάσκα και τα νησιά Φερόε. Στους πληθυσμούς αυτούς έχει καταγραφεί
υψηλή πρόσληψη ω-3 λιπαρών οξέων. Επιπλέον, άτομα από την Αλάσκα με διατροφή
που στηρίζεται κυρίως στα ψάρια έχουν μειωμένη δυσανεξία στη γλυκόζη.
Ως
εκ τούτου οι έρευνες επικεντρώνονται τόσο στην πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη,
όσο στη θεραπευτική προσέγγιση της νόσου μέσω της λήψης ω-3 λιπαρών οξέων
διαμέσου της τροφής ή συμπληρωμάτων διατροφής.
Υποκατάστατα με ω-3 και σακχαρώδης διαβήτης
Μελέτες έχουν δείξει ότι η κατανάλωση ω-3 λιπαρών οξέων
ασκεί προστατευτική δράση στο καρδιαγγειακό σύστημα. Οι ασθενείς με ΣΔ Ι
και ΣΔ ΙΙ έχουν αυξημένο καρδιαγγειακό
κίνδυνο, λόγω των συσσωρευμένων παραγόντων κινδύνου. Η βελτίωση του έλεγχου του
διαβήτη μειώνει τον κίνδυνο των μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών.
Σύμφωνα
με τις νέες αναθεωρημένες οδηγίες του 2012 της Αμερικάνικης Διαβητολογικής
Εταιρείας (ADA), συστήνεται η τροποποίηση της υγιεινοδιαιτητικής αγωγής
(διατροφής και τρόπου ζωής) για την επίτευξη των θεραπευτικών στόχων στους
ασθενείς με ΣΔ. Συγκεκριμένα, έμφαση δίνεται στον περιορισμό πρόσληψης διαμέσου
της τροφής των κορεσμένων λιπαρών καθώς και των trans
λιπαρών
και της χοληστερόλης. Αντίθετα, συστήνεται η αυξημένη πρόσληψη ω-3 λιπαρών
οξέων καθώς και φυτικών στερολών και στανολών. Επίσης, συστήνεται η απώλεια
βάρους (σε υπέρβαρους ή/και παχύσαρκους ασθενείς) καθώς και η αύξηση της
σωματικής δραστηριότητας. Όλα τα παραπάνω αποτελούν σύσταση Α της Αμερικάνικης
Διαβητολογικής Εταιρείας, λόγω της απόδειξης της αποτελεσματικότητάς τους στη
βελτίωση του λιπιδαιμικού προφίλ των ασθενών με ΣΔ.
Επομένως,
τα υποκατάστατα γεύματος που περιέχουν ω-3
έχει αποδειχθεί ότι προκαλούν αναστολή της ηπατικής λιπογένεσης, μειώνουν την ηπατική παραγωγή τριγλυκεριδίων, ενισχύουν την κετογένεση και επάγουν την οξείδωση των λιπαρών οξέων τόσο στο ήπαρ όσο και στους σκελετικούς μύες. Στο σύνολό τους αυτές οι επιδράσεις μπορούν να εξηγήσουν τη βελτίωση στην πρόσληψη της γλυκόζης και την αύξηση ευαισθησίας στην ινσουλίνη.
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012
ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΥΠΕΡΟΥΡΙΧΑΙΜΙΑ
1. ΤΡΩΤΕ ΑΝΕΤΑ
-
Ψωμί, ρύζι, ζυμαρικά, πατάτες, λαχανικά
-
Χορτόσουπα, ελιές, τουρσί, μπαχαρικά, καρυκεύματα,
ξύδι
-
Γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά, αυγά, μέλι
-
Φρούτα, χυμούς φρούτων, ποπ κορν, φυστίκια
2. ΤΡΩΤΕ ΜΕ ΜΕΤΡΟ
-
Κρέας 90-120gr/μερίδα (μοσχάρι, χοιρινό, κατσίκι, αρνί,
πουλερικά)
-
Ελαιόλαδο, βούτυρο, μαγιονέζα light, μαργαρίνη, ζάχαρη, γλυκά, παγωτό, ζελέ,
μαρμελάδα, αποξηραμένα φρούτα, ξηρούς καρπούς
-
Ψάρια και οστρακοειδή (εκτός των απαγορευμένων)
-
Φακές, φασόλια, αρακάς, κουκιά, μανιτάρια,
σπανάκι, σπαράγγια, κουνουπίδι, ντομάτα
-
Καφές, τσάι, κακάο, ανθρακούχα αναψυκτικά,
σοκολάτα
3. ΑΠΟΦΥΓΕΤΕ
-
Τηγανητά, συκώτι, σπλήνας, γλυκάδια, νεφρούς,
μυαλά
-
Σούπες κρέατος, ψαριού, κοτόπουλου
-
Σάλτσα κρέατος, χήνα, κυνήγι, λαγός, πέρδικα
-
Σαρδέλες, ρέγγα, αντζούγιες, σκουμπρί, αυγοτάραχο,
μαρίδα, γαρίδες, χτένια, μύδια
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)